Roy Lichtenstein

του Χρήστου Ζαμπούνη

H πρώτη φορά που ήλθα σε επαφή με το έργο του Lichtenstein ήταν μέσω μιας carte postale, που στη συνέχεια έγινε feuille volante (φέιγ-βολάν), αφού την απέστειλα σε πλείονα του ενός φλερτ της εποχής. Απεικόνιζε τον Σούπερμαν να λέει σε μια ευειδή ξανθιά ηρωίδα: «Darling, Ι can not belong to you, Ι belong to the universe» – «Γλυκιά μου, δεν μπορώ να σου ανήκω, ανήκω στην οικουμένη».

Εάν ενθυμούμαι καλώς, πρέπει να την προμηθεύτηκα στο πωλητήριο του MoMA (Museum of Modern Art) της Νέας Υόρκης, ενδέχε- ται όμως και να ήταν στο Centre Georges Pompidou των Παρισίων. Έκτοτε έχουν περάσει 35 χρόνια, αλλά η δύναμις της εικόνος και του περιεχομένου της με επισκέπτονται ακόμη. Λάτρης των κόμικ, ιδίως της ευρωπαϊκής σχολής, θαυμαστής του Liberatore, του Enki Bilal, του Hugo Pratt, του Manara ή του Tardi, ανεκάλυπτα με ενθουσιασμό την αμερικανική εκδοχή της pop art, πολύ πριν από τον Andy Warhol και τον Jasper Johns. Στα χρόνια που ακολούθησαν, με κέρδισαν άλλες μορφές τέχνης, όπως η σκηνοθετημένη φωτογραφία ή η γλυπτική, όμως ποτέ δεν ξέχασα τα συγκεκριμένα strips, όπως ονομάζονται τα κουτάκια των κόμικ, αγγλιστί. Στην περίπτωση όμως του Lichtenstein, δεν ήταν μέρος μιας ιστορίας, αλλά αποτελούσαν αυτόνομα έργα, έργα τα οποία είχαν απήχηση στις εκθέσεις, αλλά και στις δημοπρασίες.

Για να γίνουν αντιληπτά τα μεγέθη, ένας πίνακάς του, το «Nurse», του 1964, προσφάτως επωλήθη προς 95.365.000 δολάρια. Βεβαίως υπάρχουν και πιο προσιτά έργα, όπως παρατηρώ στις ειδικευμένες ιστοσελίδες, π.χ. οι μεταξοτυπίες, που κυμαίνονται γύρω στις 6.000 δολάρια, ή οι αφίσες, που δεν ξεπερνούν τα 300 δολάρια. Πολυτάλαντος καλλιτέχνης, ο Lichtenstein δοκίμασε τις δυνάμεις του και στην κεραμική, στη γλυπτική, στις tapisseries (!), ενώ παραλλήλως έκανε χιλιάδες σχέδια με μολύβι, ένα από τα οποία, το «Sleeping girl», 14,5 εκ. x 14,5 εκ., εδημοπρατήθη προς 1.500.000 ευρώ.

Εάν οι περισσότεροι συνάδελφοί του πασχίζουν να δημιουργήσουν ένα αναγνωρίσιμο έργο, χωρίς πάντοτε να τα καταφέρνουν, ο ίδιος μπορεί να επαίρεται ότι ακόμη και μαθητές του Δημοτικού δεν θα δυσκο- λεύονταν να ταυτίσουν τις εικόνες του με το όνομά του, ύστερα, ασφαλώς, από μια εισαγωγή. «Pop art» σημαίνει «popular art», λαϊκή τέχνη, και ο Roy Lichtenstein άντλησε από τη λαϊκή κουλτούρα της Αμερικής την έμπνευσή του, δημιουργώντας ένα έργο που παραμένει έως σήμερα φρέσκο και επίκαιρο. «Οι πίνακές μου είναι ό,τι πιο τεχνητό υπάρχει», συνήθιζε να απαντά στις συνεντεύξεις του, ειρωνευόμενος κατ’ αυτόν τον τρόπο την κοινωνία της καταναλώσεως μέσα από τον Φαντασιακό του Κόσμο, για να θυμηθούμε λίγο τον Λακάν, ο οποίος τον διαχώριζε από τον Συμβολικό και τον Πραγματικό Κόσμο.

Popular
Recent
Style
error: MANCODE CONTENT IS PROTECT