THE SPECTATOR του sir Taki Theodoracopulos

Το 1711, όταν ο φίλος μου Ζάχος Χατζηφωτίου εθεωρείτο μεσήλικας, δύο Λονδρέζοι, ο Joseph Addison και ο Richard Steel, ξεκίνησαν μια εβδομαδιαία έκδοση, που την ονόμασαν The Spectator. Διήρκεσε μόνο 555 τεύχη, αν και πώλησε μέχρι και 20.000 αντίτυπα ανά τεύχος. Περίπου 100 χρόνια αργότερα, το 1828, ένας δημοσιογράφος από τη Σκοτία αναβίωσε το περιοδικό και έκτοτε το The Spectator εκδίδεται χωρίς καμιά διακοπή μέχρι σήμερα. Σε εννέα χρόνια θα είμαστε 200 ετών και θα έχουμε δημοσιεύσει 10.500 τεύχη. Εγώ μπήκα στο The Spectator πριν από 43 χρόνια, εγκαίρως, για να παρακολουθήσω τα 150ά γενέθλιά του και τον επίσημο χορό που τα συνόδευε.

Ο H. H. Asquith, πρωθυπουργός και αργότερα κόμης της Οξφόρδης, ήταν ένας από τους πολλούς αξιωματούχους που επιμελήθηκαν το Speccie, όπως ονομάζουμε το περιοδικό. Ο δηλωμένος σκοπός του ήταν πάντα «να μεταφέρει την πληροφορία». Το The Spectator έχτισε γρήγορα τη φήμη του ως κάτι που «πρέπει να διαβάσεις», περιλαμβάνοντας καλογραμμένα άρθρα, πνευματώδη και συχνά… σκανδαλιάρικα. Οι συγγραφείς του ήταν πολλοί για να τους απαριθμήσω, αλλά μεταξύ αυτών ήταν και οι δύο μεγαλύτεροι καθολικοί συγγραφείς της Βρετανίας, οι Evelyn Waugh και Graham Greene. Επίσης οι Kingsley Amis, Ian Fleming, John Betjeman, Randolph Churchill, Alec Guinness, John Osborne, Kenneth Tynan, Alec Douglas Hume και πολλοί άλλοι εξίσου γνωστοί στο Ηνωμένο Βασίλειο. Και ο Taki.

Χάρη στην υψηλή ποιότητα της γραφής, τη διεισδυτική ανάλυση και την ψυχαγωγική του αξία, το The Spectator παρέμεινε απαράμιλλο ανάμεσα στα περιοδικά. Ο Graham Greene, πριν από τον θάνατό του, το είχε χαρακτηρίσει «το καλύτερο περιοδικό στον αγγλόφωνο κόσμο». Αν και συντηρητικό στην πολιτική του, όλοι οι συγγραφείς και οι ειδήμονες έχουν πρόσβαση στις σελίδες του για να γράψουν τις απόψεις τους. «Όσο είναι σε καλά αγγλικά, δημοσιεύεται», θα μπορούσε να είναι το μότο του.

Πώς όμως ένα φτωχό Ελληνόπουλο συμμετείχε σε μια τέτοια τεράστια έκδοση πριν από 43 χρόνια και κατάφερε να κρατήσει τη στήλη του όλα αυτά τα χρόνια; Λοιπόν, όλα συνέβησαν σχεδόν μαγικά. Η Ελένη Βλάχου, θαυμάστρια και αναγνώστρια του Speccie, με ρώτησε μια φορά μήπως δωροδόκησα κάποιον. Ήταν αστείο; Ποτέ δεν κατάλαβα. Το μόνο που θυμάμαι να της λέω είναι ότι αυτό δεν έχει σχέση με τον τρόπο που λειτουργούσαν τα πράγματα στη Βρετανία. Στην πραγματικότητα, οι ιδιοκτήτες κατά καιρούς έπρεπε να ικετεύσουν τον συντάκτη, για να έχουν μια επιστολή του προς τον εκδότη, δημοσιευμένη στη δική τους έκδοση. (Νομίζω ότι πήρε το μήνυμα.)

Λοιπόν, πώς κατάφερα να ενταχθώ και να κάνω μια στήλη μεταξύ των ποιημάτων, των κριτικών, των χιου- μοριστικών διαγωνισμών, των προφίλ, των ημερολο- γίων, των πολιτικών και κοινωνικών ρεπορτάζ; Είχε να κάνει με ένα Fiat 600 που είχα αγοράσει για μια νέα, Αυστριακή πριγκί- πισσα, που έγινε η μητέρα των παιδιών μου. Το πήρα στο Τορίνο και μου είπαν ότι έπρεπε να πάω αργά για τα πρώτα 1.000 χιλιό- μετρα, ενώ οδηγούσα προς το Παρίσι. Αυτό σήμαινε πλήξη και μια τάση να κοιμηθώ. Έτσι αποφάσισα εκεί να γράψω ένα άρθρο για το πώς φέρεται ένας Άγγλος στο εξωτερικό, να το ξανα- γράψω στο μυαλό μου και στη συνέχεια να το απομνημονεύσω.

Βασικά ήταν απλό: Ένας Άγγλος στο εξωτερικό πάντα έχει ηλιακό έγκαυμα στην άκρη της μύτης του και στα γόνατά του, είναι συνήθως χαμένος, ζητά συγγνώμη ή λέει «συγχωρήστε με» ασταμάτητα σε ανθρώπους από τους οποίους δεν είχε λόγο να ζητήσει συγγνώμη. Παίρνει ακόμα πιο κόκκινο χρώμα στο πρόσωπο μιλώντας σε μια γυναίκα, χορεύει σπασμωδικά και με τρόπο που φοβίζει τους ντόπιους και τους άλλους χορευτές, και πάντα –μα πάντα– απαιτεί να ελέγξει εξονυχιστικά τις λε- πτομέρειες ενός λογαριασμού νυχτερινού κέντρου. Φθάνοντας στο Λονδίνο, τηλεφώνησα στον εκδότη του Speccie, Alexander Chancellor, και πρότεινα το άρθρο. Με γνώριζε ως «έναν δεξιό Έλληνα που πρότεινε πάντοτε άρθρα για τη χούντα, αλλά είναι ο μόνος Έλληνας που γνωρίζω του οποίου τα αγγλικά μπορώ να καταλάβω» (ακριβώς τα λόγια του). Από το τηλέφωνο είπε ότι έπινε ένα ποτό στο Ritz με μια βουλευτή, και θα μπορούσαμε να συναντηθούμε εκεί, όπου θα του έδινα το κομμάτι.

Η βουλευτής αποδείχθηκε ότι ήταν η Margaret Thatcher, που τότε δεν ήταν ακόμη επικεφαλής του κόμματός της. Και ο Chancellor ήταν πολύ καλός οικοδεσπότης, αν και μεθυσμένος, ενώ μιλούσε μαζί της για το παλιό σχολείο του, το Eton. Αφού εκείνη έφυγε, μου ζήτησε να του κάνω παρέα για το υπόλοιπο της βραδιάς (τότε, εκείνος ήταν 36 ετών και εγώ 38). Ευτυχώς, το άρθρο άρεσε στον Alexander – αν και πιωμένος. Το δημοσί- ευσε στο επόμενο τεύχος και στη συνέχεια, από το πουθενά, με ρώτησε αν θα μου άρεσε να γράφω τακτικά. Ήταν τόσο απλό. Κάντε αστεία με τους Άγγλους και οι ανώτερες τάξεις θα σας αγαπούν γι’ αυτό, ήταν το μήνυμα.

Έτσι ξεκίνησε. Οι περισσότεροι συντάκτες του Speccie, τουλάχιστον όσο ήμουν εκεί, ήταν παλιοί Εtonians. Τα υπόλοιπα περιοδικά μάς μισούν γι’ αυτό, αλλά οι παλιοί Εtonians είναι gentlemen, και οι κύρι- οι δεν απολύουν ανθρώπους μέσω τηλεφώνου. Η στήλη μου δεν λειτούργησε μετά την πρώτη δημοσίευση και μέχρι να βρω τον βηματισμό μου στο γράψιμο υπήρξαν αναταράξεις. «Αλλά δεν θα μπορούσα ποτέ να τον βρω!» αναφώνησε ο Alexander όταν τα πράγματα ηρέμησαν. Και έτσι προχώρησε, χρόνο με τον χρόνο, δεκαετία με τη δεκαετία. Το Speccie στεγαζόταν πάντα σε μάλλον μεγαλοπρεπή σπίτια, με κήπο και κουζίνα και όλα αυτά, και πάντα διοργάνωνε γεύμα για τους καλεσμένους κάθε Πέμπτη. Ο πρίγκιπας Κάρολος ήρθε δύο φορές, έφερα μία φορά την πριγκίπισσα Νταϊάνα, τον Spiro Agnew, τον Alger Hiss, τον περιβόητο Σοβιετικό κατάσκοπο. Παρευρίσκοντο διάσημοι κινη- ματογραφικοί και θεατρικοί ηθοποιοί και φυσικά πολλοί διακε- κριμένοι συγγραφείς και πολιτικοί. Στο ετήσιο πάρτι του κήπου μας ήταν καλεσμένος πάντα όποιος ήταν εγκατεστημένος στην Ten Downing Street, με τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου. Το περιοδικό τώρα είναι πολύ κερδοφόρο, καθώς πωλούνται περίπου 80.000 τεύχη την εβδομάδα. Έχω υπηρετήσει κάτω από έξι ιδιοκτήτες –όλοι τους εξαιρετικά πλούσιοι– και επτά διευ- θυντές. Ήταν μια μεγάλη διαδρομή, πολύ χαρούμενη, η οποία έκανε ακόμη και τη λέξη «Taki» αρκετά γνωστή στο μικρό νησί που ονομάζεται Βρετανία. Τελευταίο, αλλά όχι ασήμαντο: το The Speccie κι εγώ έχουμε εναχθεί πέντε φορές για δυσφήμηση και τις έχουμε χάσει όλες. Το οποίο σημαίνει ότι veritas odium parit (η αλήθεια δημιουργεί μίσος).

 

 

Read the original article (in English) below:

 

Way back in 1711, when my friend Zahos Hadjifotiou was considered middle aged, two Londoners, Joseph Addison and Richard Steel began a weekly publication and called it The Spectator. It only lasted for 555 issues, although it sold as much as 20,000 copies per issue. Around 100 years later, a Scot newspaperman revived it in 1828, and The Spectator has been published without a single interruption to this day. In nine years we will be 200 years old, and we will have published 10,500 some issues week in week out. I joined the Spectator 43 years ago, just in time to attend the 150thanniversary and the grand ball that went with it.

H.H.Asquith, prime minister and later Earl of Oxford, was among the many notables who edited the Speccie, as we call it. Its declared purpose has always been “to convey intelligence.” The Spectator quickly made its reputation of a “must read” by being well written, witty and frequently mischievous. Its writers have been too numerous to list, but among them have been Britain’s two greatest catholic authors, Evelyn Waugh and Graham Greene, also Kingsley Amis, Ian Fleming, John Betjeman, Randolph Churchill, Alec Guinness, John Osborne, Kenneth Tynan, Alec Douglas Hume and many others equally well known in Britain. And Taki.

For sheer quality of writing, incisive analysis and all-round entertainment value, The Spectator has always remained unrivalled among magazines. Graham Greene before his death called it “the best written magazine in the English – speaking world.” Although conservative in its editorial policy, all sort of writers and pundits have been given access to its pages to write their opinions. “As long as it’s good English, it runs,” could be its motto. How did a poor little Greek boy join such an august publication 43 years ago, and has managed to keep the column going all these years? Well, it all happened almost by magic. Helen Vlachos, an admirer and reader of the Speccie, once asked me whether I had bribed someone. Was she joking? I never found out. All I remember is telling her that that’s not how things worked in Britain, in fact owners at times had to beg the editor in order to have a letter to the editor published in their very own publication. (I think she got the message.)

So, how did I manage to break through and get a column among the poems, reviews, humorous competitions, profiles, diary entries, political and social reportage? It had to do with a Fiat 600 that I had bought for a young Austrian princess who became the mother of my children. I got it in Turin and was told I had to go slow for the first 1000 kilometers while driving to Paris. Which meant boredom and a tendency to fall asleep. So I decided right there and then to construct an article of how to tell an Englishman abroad, re-write it time and again in my mind, and then memorize it. Basically it was simple: An Englishman abroad always had sunburn on the tip of his nose and on his knobbly knees, was always lost, said sorry or excuse me non stop to people he had nothing to apologize for, got even redder in the face when speaking to a female, danced spasmodically and in a manner that scared local people and other dancers, and always – but always – demanded to check the tiniest detail of a nightclub bill.

Once in London I rang the editor of the Speccie, Alexander Chancellor, and proposed the article. He knew me as a “right-wing Greek who was always proposing pro-junta articles, but the only Greek I know whose English I can understand.” (His words.) Over the telephone he said that he was having a drink with a female MP, over at the Ritz, and we could meet there and I could hand him the piece. The M.P. turned out to be Margaret Thatcher, at the time not yet head of her party, and Chancellor was a very nice host who got drunk while chatting with her about Eton, his old school, and after she left demanded I keep him company for the rest of the evening. (He was 36 at the time and I was 38 years old.) Happily, although drunk, Alexander loved the piece. He ran it in the next issue and then out of the blue asked me if I liked to write regularly. It was as simple as that. Make fun of the English, and the upper classes love you for it, was the message.

Thus it started. Most of the editors of the Speccie, at least while I’ve been there, have been old Etonians. The rest of the magazines hate us for it, but old Etonians are gentlemen, and gents do not fire people over the telephone. The column did not work after the first one. “But I could never find him,” exclaimed Alexander once things had calmed down and I had hit my stride. And so it went, year after year, decade after decade. The Speccie was always housed in rather grand houses, with a garden and a kitchen and all that, and always held a lunch for invited guests each Thursday. Prince Charles came couple of times, I brought Princess Diana once, Spiro Agnew, Alger Hiss, the Soviet spy who president Nixon went after and jailed back in the Fifties, various film and theatre actors, and of course many distinguished writers and politicians. Our yearly garden party has always been attended by whoever is ensconced at Ten Downing Street, and his or her cabinet ministers. The magazine now sells around 80,000 a week, and is very profitable. I’ve served under six proprietors, all extremely rich, and seven editors. It’s been a great run, and a very happy one, and has even made the word Taki rather well known in the tight little island that is Britain. Last but not least, The Speccie and I have been sued five times for libel and we have always lost. Which means veritas odium parit.

Opinions
error: MANCODE CONTENT IS PROTECT