This is Ground Control to Major Tom | David Bowie

DAVID BOWIE

Tέλη δεκαετίας ’60. Ένα λιγνό, ανδρόγυνο πλάσμα, με αλλόκοτα ανόμοια μάτια, μακριά μαλλιά και γυναικεία ρούχα, παίρνει την κιθάρα του και αλλάζει για πάντα την παγκόσμια μουσική σκηνή. Ο David Robert Jones, γνωστός στα πέρατα της Γης ως David Bowie, στις πέντε δεκαετίες από τότε που έδωσε την πρώτη του συναυλία, έγινε ο αδιαμφισβήτητος βασιλιάς της επαναδημιουργίας του εαυτού του. Από τον ανδρόγυνο εξωγήινο Ziggy Stardust μέχρι τον κομψό Thin White Duke, που εμπνέεται από τη δεκαετία του ’30, η ικανότητα του Bowie να δημιουργεί, να αλλάζει περσόνες και να ζει μέσα σε αυτές χωρίς να τον καταπίνουν είναι απαράμιλλη. «Μερικές φορές δεν αισθάνομαι σαν να είμαι άνθρωπος. Είμαι απλώς μια συλλογή ιδεών άλλων ανθρώπων».

1972. Οι Αμερικανοί έχουν στείλει το Apollo 17 στο φεγγάρι και η Βρετανία αποκτά τον δικό της εξωγήινο, που μοιάζει να έφτασε μόλις στη Γη. Μετά την πρώτη του τηλεοπτική εμφάνιση ως Ziggy Stardust, η Αγγλία χωρίζεται στα δύο. Αυτοί που κοιτούν το μέλλον λατρεύουν ακαριαία την avant-garde «θεότητα» που κάνει τέχνη με τους δικούς της όρους. Οι συντηρητικοί βρίζουν την «αδερφή». Πίσω από την glam rock περσόνα του, βρίσκουν κι άλλοι το κουράγιο τους. Ένα ολόκληρο μουσικό κίνημα εξαπλώνεται. Και όσοι φίλοι του Ziggy δεν χωρούν στις κοινωνικές νόρμες πλέον ξέρουν πως είναι εντάξει να είσαι φρικιό.

Mε τη δημιουργία του Ziggy Stardust, ο Bowie ήταν ο πρώτος pop καλλιτέχνης που δημιούργησε ολόκληρους κόσμους επί σκηνής, ενώνοντας τις οπτικές και αφηγηματικές του ιδέες με τον ήχο, την επιστημονική φαντασία και τον φουτουρισμό – και μάλιστα με τρόπο που του επέτρεψε να είναι αλλά και ταυτόχρονα να μην είναι αυτός ο επινοημένος χαρακτήρας. Οι εμφανίσεις του δεν είχαν απλώς μουσικούς με τα όργανά τους, όπως γινόταν έως τότε. Είχαν φώτα, σκηνικά, κοστούμια, καπνό, concept, όνειρα, παράλληλους κόσμους και διαστάσεις, όλα δεμένα μεταξύ τους με πολλές αόρατες χρυσαφένιες κλωστές. Η σκηνή δεν ήταν πια σκηνή. Ήταν ένας ηλεκτρισμένος λαβύρινθος, γεμάτος πιθανότητες.

Ο Bowie ήταν αποφασισμένος να ζήσει πολλές ζωές σε μία. Όταν πια «σκότωσε» τον Ziggy, ήξερε πως μπορούσε να εμπιστευτεί στο κοινό την επόμενη περσόνα. Το ακροατήριό του ήταν πια προετοιμασμένο να δεχτεί και να απολαύσει τις διαδοχικές ενσαρκώσεις και τα συναφή μουσικά είδη. Αυτό επέτρεψε στον Bowie να είναι πάντα ο εαυτός του (όποιος και ό,τι ήταν εκείνη την περίοδο) και να πρωτοπορήσει στην ηλεκτρονική, funk και αναδυόμενη χορευτική μουσική.

Αντλώντας έμπνευση από το ιαπωνικό χορευτικό δράμα Kabuki, τον Elvis, το μπαλέτο, τον William Burroughs, την ντίσκο, το διάστημα, τον φασισμό, την jazz και ποιος μπορεί να μετρήσει πόσα άλλα, οι μυριάδες πηγές που συνδυάζονται για να κάνουν τον ήχο και το ύφος του Bowie τόσο μοναδικό είναι αυτές που του επέτρεψαν να υπερβεί όλες τις ταμπέλες. Όπως έλεγε και μια διαφήμιση του 1977 για το άλμπουμ «Heroes»: «Υπάρχει το Old Wave. Υπάρχει το New Wave. Και μετά, υπάρχει ο David Bowie».

Κάπως έτσι μετατράπηκε από glam rock εξωγήινο (Ziggy Stardust) σε καλοβαλμένο funk μαέστρο (Thin White Duke), σε ρόκερ που αγαπά τα ναρκωτικά (άλμπουμ του Βερολίνου), σε ενθουσιώδη της techno, σε τζαζ ιμπρεσιονιστή, στον πιο αναμφισβήτητο χαμαιλέοντα της τέχνης που έβγαλε η σύγχρονη μουσική ιστορία.

Τα άλμπουμ του Bowie δεν έχουν δεκαετία, ούτε καμία κοινή συνιστώσα πέρα από την ευφυΐα του. Όλα ετερόκλητα μεταξύ τους, με διαχρονικές ηχητικές αλχημείες (και κάμποσες παραγωγές του νονού της electronica, Brian Eno, αλλά και του θρυλικού Tony Visconti) και στίχους που πρέπει να σκεφτεί κανείς πολλές φορές και να ανατρέξει σε κάμποσα βιβλία, θρησκείες, κινήματα, ιδεολογίες και πολιτισμούς για να κατανοήσει τη σημειολογία τους. «Αυτό που έχω είναι μια τρελή περιέργεια. Αυτή η περιέργεια οδηγεί την ανάγκη μου να γράφω και πιθανότατα με κάνει να βλέπω τα πράγματα λίγο λοξά. Τείνω να έχω διαφορετική προοπτική από τους περισσότερους ανθρώπους».

O πόθος του να ζήσει πολλές ζωές σε μία δεν σταματά στη συναυλιακή σκηνή. Και μάλλον από εκεί πηγάζει το ενδιαφέρον του για την ηθοποιία και τις σπουδές πάνω στο avant-garde θέατρο και στην τέχνη της μιμικής. Ο πρώτος του ρόλος είναι αυτός του Cloud στη θεατρική παραγωγή του 1967 «Pierrot in Turquoise» (που αργότερα έγινε η κινηματογραφική ταινία «The Glasses Murders», του 1970). Παίζει επιλεγμένους μικρούς ρόλους, ώσπου το 1976 έρχεται και ο πρωταγωνιστικός: αυτός του Thomas Jerome Newton, ενός εξωγήινου που φτάνει στη Γη για να σώσει τον πλανήτη του που πεθαίνει («The Man Who Fell to Earth», σκηνοθεσία Nicol as Roeg).

Στα χρόνια που ακολουθούν υποδύεται πολλά πρόσωπα: γίνεται αξιωματικός του στρατού που μετά τον πόλεμο καταλήγει ζιγκολό της Marlene Dietrich («Just A Gigolo»)· μυστηριώδης πράκτορας του FBΙ υπό τη σκηνοθεσία του David Lynch («Twin Peaks: Firewalk with Me»)· βαμπίρ που πάσχει από μια σπάνια ασθένεια και γερνά, με συμπρωταγωνίστριες τις Catherine Deneuve και Susan Sarandon («The Hunger»)· πόντιος πιλάτος υπό τη σκηνοθεσία του Martin Scorsese («The Last Temptation of Christ»)· διαβολικά γοητευτικός βασιλιάς των goblin, στην ταινία «Labyrinth», του Jim Henson… Και η λίστα πάει λέγοντας.

Στο θέατρο, η εκφραστική ερμηνεία του ως Joseph Merrick στην παραγωγή του Broadway «The Elephant Man» αφήνει εποχή (ο Bowie έπαιξε τον ρόλο 157 φορές μεταξύ του 1980 και του 1981). Όλοι μεγαλώνουν και ο Bowie δεν είναι η εξαίρεση. Μετά από πολλά ναρκωτικά και σεξουαλικά πειράματα, ηρεμεί. Ανακαλύπτει την καλύτερη εκδοχή του εαυτού του δίπλα στο supermodel Iman. Την ερωτεύεται από το πρώτο λεπτό και βρίσκουν το δικό τους «για πάντα». «Τη νύχτα που γνωριστήκαμε, την κοιτούσα και σκεφτόμουν ονόματα για τα παιδιά μας». Αποκτούν μαζί μια κόρη, ενώ έχει και έναν γιο (τον σκηνοθέτη Dunkan Jones) από τον πρώτο του γάμο με την Angela Barnett. Αγαπά τα βιβλία, τη ζωγραφική, το γάλα, τις πιπεριές και την ησυχία. Στο σπίτι του είναι ένας κανονικός άνθρωπος. Ή σχεδόν. Αποσύρεται από τη δημοσιότητα. Κυκλοφορεί με το μετρό. Για να μην τον καταλαβαίνουν, κρατά στα χέρια του μια ελληνική εφημερίδα.

Αρχές 2016. Η είδηση πως ο «Starman» δεν μένει πια στη Γη κάνει εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο να κλαίνε με λυγμούς. Κανείς δεν γνώριζε τίποτα για την ασθένεια. Δύο ημέρες πριν επιστρέψει στα αστέρια, στα τελευταία του γενέθλια στη Γη, ο Bowie μοιράστηκε με τους φαν του το άλμπουμ «Blackstar», το οποίο δημιούργησε όσο ήταν άρρωστος, μετουσιώνοντας τον θάνατό του σε έργο τέχνης. Ο βιογράφος Peter Doggett, το 1972, περιέγραψε τον Bowie ως τον τέλειο ροκ αστέρα. «Αρσενικό και θηλυκό, βασιλιάς και βασίλισσα, εξωγήινος και ανθρώπινος, υπερβατικός και πανέμορφος». Ο χρόνος απέδειξε πως είχε δίκιο. 8 Ιανουαρίου 2017. Ένα αναπάντεχο δώρο. Ανήμερα των γενεθλίων του, κυκλοφορεί το single με τίτλο «No Plan». Θα γινόταν 70 ετών. Μας την έφερε. Σίγουρα γελάει κάπου εκεί ψηλά.

 

της Μαριανίνας Πάτσα

 

27th May 1976: David Bowie performing live at Wembley stadium during his ‘Station To Station’ tour. (Photo by Evening Standard/Getty Images)

 

Photos by Gerald Fearnley

 

Popular
Recent
About Men
error: MANCODE CONTENT IS PROTECT