Exclusive Interview | Norbert Bisky
[ssba]

του Γιώργου Αρχιμανδρίτη

Με την ευκαιρία της ατομικής έκθεσής του «Desmadre Berlin » στην γκαλερί Templon στο Παρίσι, μιας εικαστικής εξερεύνησης της εκρηκτικής νυχτερινής ζωής του Βερολίνου μετά τη πτώση του Τείχους, ενός κόσμου χαρούμενου και νοσηρού, ηδονικού και δυστοπικού, o Γερμανός ζωγράφος Norbert Bisky, μας μιλά για τη ζωή στην πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, για την καλλιτεχνική του πορεία, την αισθησιακή φύση της ζωγραφικής, τη σημασία του ταξιδιού και την αγάπη του για την Ελλάδα.   

Πότε αποφασίσατε ότι η τέχνη θα είναι το πεπρωμένο σας;

Όταν ήμουν 18 χρονών. Μόλις είχε πέσει το Τείχος στη Γερμανία κι έβλεπα το σύστημα να καταρρέει. Οι άνθρωποι γύρω μου προσπαθούσαν να βρουν ένα ασφαλές περιβάλλον για να συνεχίσουν τη ζωή τους, εγώ, όμως, πίστευα ότι αυτά που συνέβαιναν θα μου έδιναν την ευκαιρία να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου. Διότι η κοινωνία στην οποία είχα μεγαλώσει σε έβαζε σε μια συγκεκριμένη θέση, υποχρεώνοντάς σε να κάνεις ό,τι είναι χρήσιμο για την χώρα. Το απόγευμα, για παράδειγμα, μετά το σχολείο, έπρεπε να κάνουμε γυμναστική ως προ-στρατιωτική εκπαίδευση ή να παρακολουθήσουμε πολιτικές συζητήσεις. Δεν είχαμε εμείς τον έλεγχο του χρόνου μας, ούτε μπορούσαμε να κινηθούμε ελεύθερα, να πάμε, για παράδειγμα, σε «εξωτικά» μέρη, όπως το Αμβούργο, η Κολωνία ή το Μόναχο. Όταν, λοιπόν, μια τέτοια κοινωνία καταρρέει, αισθάνεσαι απόλυτη ελευθερία, κάτι που δεν είναι, βέβαια, εύκολα διαχειρίσιμο, αλλά όταν καταλάβεις ότι είναι εφικτό, δεν θα ήθελες ποτέ να γυρίσεις στην πρότερη κατάσταση πραγμάτων. Καθώς λοιπόν, μετά από το ’89, μπορούσα να κάνω ό,τι επιθυμούσα, σκέφτηκα: Τι θέλω να κάνω πραγματικά στη ζωή μου; Θέλω να ταξιδέψω, να γνωρίσω τον κόσμο και, κυρίως, να γίνω καλλιτέχνης, διότι η τέχνη ήταν αυτό που αγαπούσα πάνω απ’ όλα. Έτσι αποφάσισα να πάω στο Δυτικό Βερολίνο και να σπουδάσω στη Σχολή Καλών Τεχνών.

Peyote, 2020, oil on canvas, 200 x 150 cm.

Πώς διαμορφώθηκε το καλλιτεχνικό σας ιδίωμα;

Όταν μπήκα στην Σχολή Καλών Τεχνών, ήθελα να ξεχάσω το παρελθόν μου και να γίνω ένας μοντέρνος ζωγράφος καλιφορνέζικου στιλ. Οι καθηγητές μου όμως μου εξήγησαν ότι για να κάνεις ενδιαφέρουσα τέχνη, πρέπει να εμπνευστείς από τον εαυτό σου, την ιστορία και τον τόπο σου. Δεν μπορείς να ξεχάσεις έτσι απλά την ταυτότητα και τη ζωή σου. Έτσι άρχισα να κάνω έργα που παρέπεμπαν στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, την επίσημη μορφή τέχνης που χρησιμοποιούσε ως προπαγάνδα το πολιτικό σύστημα. Στο μετρό της Μόσχας, μπορεί να δει κανείς, ακόμη και σήμερα, τεράστιες απεικονίσεις ηρώων της σοβιετικής ιστορίας. Τα ίχνη της περιόδου αυτής υπάρχουν παντού, όχι μόνο στη σημερινή Ρωσία, αλλά και σε άλλα σημεία του πρώην σοβιετικού μπλοκ, συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Γερμανίας. Άρχισα, λοιπόν, να κάνω σειρές πινάκων ανατολικογερμανικής τεχνοτροπίας, που ήταν άγνωστη σε μεγάλο μέρος του δυτικού κόσμου. Οι πίνακές μου, όμως, εμπεριείχαν επίσης τις δικές μου επιθυμίες και εμμονές, τις οποίες αποτύπωνα με χρώματα διαφορετικά, πολύ έντονα και φωτεινά, χρώματα της καλιφορνέζικης ζωγραφικής, του ιταλικού  μανιερισμού ή του ιμπρεσιονισμού που αναζητούσε την έμπνευσή του στο μεσογειακό τοπίο. Η μίξη όλων αυτών των στοιχείων οδήγησε στη διαμόρφωση του προσωπικού καλλιτεχνικού μου ιδιώματος.

Hyperarousal, 2020, οil on canvas on mirror, 100 x 80 cm.

Οι πίνακές σας αποπνέουν έντονο αισθησιασμό. Τι θέση κατέχει η σεξουαλικότητα στο έργο σας;

Οι πίνακές μου θέλω να είναι αισθησιακοί. Νομίζω, άλλωστε, ότι το στοιχείο αυτό είναι σύμφυτο με την τέχνη της ζωγραφικής. Η ζωγραφική με λάδι σε καμβά, είναι ένα μέσο ιδιαίτερα ζωντανό. Η υγρότητα των χρωμάτων δίνει μια αίσθηση σχεδόν απτή στην αναπαράσταση του ανθρώπινου σώματος, κάτι που δεν μπορεί να γίνει με τα ακρυλικά χρώματα, αλλά ούτε και με τη φωτογραφία. Αν παρακολουθήσει κανείς την ιστορία της ζωγραφικής σε λάδι των τελευταίων 500 χρόνων, θα διαπιστώσει ότι τα πάντα σ’ αυτή έχουν ως επίκεντρο τη σάρκα, την επιθυμία, τη λαγνεία. Ακόμα και σε πίνακες θρησκευτικής θεματολογίας παρατηρεί κανείς μια έντονη σεξουαλικότητα στα σώματα και τις κινήσεις τους. Αυτό θέλω να αποτυπώνεται και στους δικούς μου πίνακες. Η σεξουαλικότητα είναι ένας τόπος ελευθερίας. Γι’ αυτό και οι απολυταρχικές ιδεολογίες και τα ολοκληρωτικά καθεστώτα την φοβούνται τόσο πολύ. Διότι είναι κάτι που κανείς δεν μπορεί να ελέγξει απόλυτα. Ο τρόπος με τον οποίον μια κοινωνία αντιμετωπίζει τη σεξουαλικότητα λειτουργεί ως σεισμογράφος των ελευθεριών της.

Emdi, 2020, οil on canvas on mirror, 100 x 80 cm.

Η τέχνη λειτουργεί ως μέσο απόδρασης από την πραγματικότητα ή ως σχόλιο πάνω σ’ αυτή;

Προσωπικά, πιστεύω ότι η τέχνη είναι κάτι ζωντανό, ότι κινείται όπως ακριβώς οι ιδέες και οι σκέψεις μας που τρέχουν από τη μια άκρη του μυαλού μας στην άλλη. Για μένα η τέχνη είναι περισσότερο ένα σχόλιο παρά ένα μέσο απόδρασης από τον κόσμο, διότι κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό, αφ’ ενός, και, αφ’ ετέρου, διότι ο κόσμος, παρά τις άσχημες πλευρές του, κρύβει μέσα του πολλή ομορφιά. Αντί να θέλουμε να αποδράσουμε απ’ αυτόν, ίσως θα πρέπει να τον παρατηρήσουμε πιο προσεκτικά και να σκάψουμε πιο βαθιά για να ανακαλύψουμε τις όμορφες πλευρές του. Επιμένω στην ιδέα της ομορφιάς, διότι πιστεύω ότι είναι ένα είδος υπόσχεσης όσον αφορά τη σκέψη και τη ζωή μας. Και σε συνδυασμό με την φαντασία μας, νομίζω ότι μπορεί ν’ αλλάξει τους κανόνες και τα σχήματα που μας έχουν επιβληθεί και να μας βοηθήσει να φτιάξουμε άλλα, διαφορετικά. Άλλωστε, η ζωή μας σήμερα είναι πολύ καλύτερη από οποιαδήποτε άλλη περίοδο της ανθρωπότητας. Φανταστείτε όλες τις προηγούμενες γενιές, όλους αυτούς τους ανθρώπους που δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να δουλεύουν και να μεγαλώνουν τα παιδιά τους, που δεν τους δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να σταματήσουν λίγο και να ξαποστάσουν. Η ποιότητα της ζωής μας σήμερα, στην Ευρώπη τουλάχιστον, είναι πολύ καλή, κι αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε.

Ποιες είναι οι πόλεις ή οι χώρες που κατέχουν ιδιαίτερη θέση στη ζωή σας;

Κατ’ αρχάς το Βερολίνο, όπου περνώ το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Είναι μια πόλη πολύ ενδιαφέρουσα, ελεύθερη και ανεκτική. Οι Βερολινέζοι δεν ενδιαφέρονται για το ποιος είσαι ή για το πόσα χρήματα έχεις. Δεν εντυπωσιάζονται από τέτοια πράγματα. Στο Βερολίνο, οι άνθρωποι σε παρατηρούν και σε κρίνουν από το πώς μιλάς, πώς συμπεριφέρεσαι, αν είσαι φιλικός ή όχι, απ’ αυτό που έχεις να προσφέρεις στην κοινωνία και τη ζωή. Αυτό μετράει και όχι η κοινωνική τάξη ή η καταγωγή σου. Άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο έρχονται να ζήσουν εκεί για να επανακαθορίσουν τον εαυτό τους. Είναι μια από τις ελάχιστες πόλεις στον πλανήτη, όπου όταν κάποιος έρθει να εγκατασταθεί εκεί, δέκα μέρες μετά έχει γίνει Βερολινέζος. Κι αυτό είναι καταπληκτικό. Πέρα από το Βερολίνο, αγαπώ πολύ την Μαδρίτη, όπου έχω μάλιστα ένα δεύτερο στούντιο. Έχω ιδιαίτερους δεσμούς με την Ισπανία, όπως επίσης και με τον λατινοαμερικανικό κόσμο. Έχω περάσει πολύ καιρό στη Βραζιλία, έχω πάει στην Κολομβία, στο Μεξικό και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Ο πολιτισμός και η νοοτροπία των χωρών αυτών βρίσκονται στον αντίποδα του αυστηρού γερμανικού πνεύματος κι αυτό με βοηθάει να βλέπω τα πράγματα από άλλη προοπτική και ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης. Έπειτα είναι το Ισραήλ, όπου επίσης είχα ένα στούντιο για κάποιο διάστημα και, τέλος, η Ελλάδα, η οποία είναι μια χώρα που αγαπώ ιδιαίτερα.

Πότε ήρθατε για πρώτη φορά στην Ελλάδα;

Το 1990, επτά μήνες μετά την πτώση του Τείχους. Μια μέρα, ο παππούς μου κάλεσε όλα τα εγγόνια του και μας μοίρασε τις οικονομίες του, ώστε να κάνουμε ο καθένας ένα δώρο στον εαυτό του. Έτσι βρέθηκα με μερικές χιλιάδες γερμανικά φράγκα – 500 σημερινά ευρώ περίπου – ποσό μεγάλο για την εποχή και για την ηλικία μου. Πριν την πτώση του Τείχους, οι μόνες χώρες που είχα επισκεφθεί ήταν η Πολωνία και η Ουγγαρία, και αμέσως μετά η Ολλανδία. Όταν, όμως, έπρεπε να επιλέξω σε ποια χώρα θα έκανα το πρώτο μου ταξίδι σε μια χώρα εντελώς διαφορετική απ’ αυτές που ήξερα μέχρι τότε, αποφάσισα ότι η χώρα αυτή θα ήταν η Ελλάδα. Έτσι μια μέρα πήρα το αεροπλάνο κι έφτασα στην Κω. Φαντάζεστε τον ενθουσιασμό μου όταν πρωτοαντίκρυσα το φως της Ελλάδας, τα χρώματα, τη θάλασσά της. Θυμάμαι ακόμα την ευτυχία που ένιωσα, όταν βγήκα από το μικρό αεροδρόμιο του νησιού και μπήκα στο λεωφορείο που κατευθυνόταν προς την ακτή. Ήταν ένα θέαμα υπέροχο. Εκεί είδα και το πρώτο φοινικόδεντρο της ζωής μου! Έκτοτε επέστρεψα αρκετές φορές στην Κω, αλλά και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, όπως η Άνδρος ή η Μύκονος. Τα ελληνικά νησιά είναι ο καλύτερος καλοκαιρινός προορισμός στον κόσμο. Το φως και τα χρώματά τους αποτελούν για μένα ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης και θρέφουν τις καλλιτεχνικές μου αναζητήσεις.

Πώς θα τις διατυπώνατε λεκτικά; 

Πολύ απλά: Ζήσε τη ζωή σου όσο πιο ελεύθερα, όσο πιο έντονα μπορείς!

Info: Galerie Templon, 28 rue du Grenier Saint-Lazare 75003-Paris, France

Credits: All images: Courtesy Galerie Templon, Paris – Bruxelles © Adagp, Paris, 2020

[ssba]
Interviews
error: MANCODE CONTENT IS PROTECT