Dog-walking My City

Τον βρήκα ένα απόγευμα κοντά στο πατρικό μου. Αυτός ο σκύλος ήταν χωμένος μέσα σ’ έναν θάμνο και δεν έβγαινε με τίποτα. Του άφησα λίγο ρύζι λίγα βήματα πιο πέρα και αφού έφυγα, ξεμύτισε για να φάει. Αυτό το βιολί συνεχίστηκε για καιρό.  Μια μέρα βγήκε να μ’ ευχαριστήσει και ύστερα με ακολούθησε ως την πόρτα του σπιτιού. Αυτό ήταν.

Τον πήρα μαζί μου στο διαμέρισμα μου στο Ιστορικό Κέντρο της Αθήνας. “Πως θα ζήσει ένας σκύλος 30 κιλά σ’ ένα δυάρι στο κέντρο;” μου έλεγαν. Τι να σας πω; Εγώ είμαι περισσότερα κιλά και ζω πολύ ευχάριστα.. Μοιραζόμαστε το σαλόνι (τον καναπέ κυρίως), την κουζίνα (το περιεχόμενο του ψυγείου κυρίως) κι ενίοτε μπαίνει με ύφος στο υπνοδωμάτιο να μου θυμίσει πως είναι περασμένες 8 π.μ και του πρέπει βόλτα. Η ζωή κατ’ οίκον κυλάει ευχάριστα αλλά η ζωή αποκτά στιλ στις βόλτες μας.

Παίρνουμε την Κυδαθηναίων σχεδόν από την αρχή της. Καλημερίζουμε τον κύριο Χάρη στο μικρό ταξιδιωτικό γραφείο της γωνίας κι έπειτα τον κύριο Ηρακλή με τα καπέλα του. Περνάμε μπροστά από την εκκλησία του Σωτήρως, εκεί που στην “Κάλπικη Λίρα” ο Μίμης Φωτόπουλος προσποιούταν τον αόμματο. Κατηφορίζουμε προς την πλατεία Φιλομούσου Εταιρείας, προσπερνώντας με κόπο τις μυρωδιές από τα παραδοσιακά ταβερνεία.

“Come inside! Traditional food. Live Greek music!”

Αυτό επαναλαμβάνουν οι σερβιτόροι πότε στα Αγγλικά, πότε στα Ισπανικά, πότε στα Γερμανικά. Μιλάνε 5-6 γλώσσες και καταφέρνουν να “τσιμπήσουν” τον τουρίστα από τη γωνία. Κάθε μέρα τους θαυμάζω και περισσότερο. Δεν φοβούνται τη δουλειά, το κρύο, τη ζέστη, την ορθοστασία και κυρίως…δεν τσιγκουνεύονται το χαμόγελο ακόμα κι όταν πας να κάτσεις στο διπλανό μαγαζί από το δικό τους.

Στην πλατεία Φιλομούσου Εταιρείας την Άνοιξη, μυρίζουμε τις πορτοκαλιές, τα γιασεμιά και παίρνουμε στροφή προς Αγία Αικατερίνη. Εκεί, θα μπούμε για λίγο στους θάμνους γύρω από την εκκλησία και θα συνεχίσουμε προς Φρυνίχου. Έξω από το Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, θα απολαύσουμε τα επιφωνήματα τρυφερότητας και τα όσα χάδια μας κάνουν οι θεατρόφιλοι που περιμένουν τη σειρά τους στο ταμείο.

Η Φρυνίχου μας βγάζει στη Διονυσίου Αεροπαγίτου, στον πιο όμορφο δρόμο. Μυρωδιές από τα δέντρα, μυρωδιές από τις ταβέρνες, μυρωδιές από τους σκύλους των άλλων περαστικών. Στην πρώτη γωνία, ο καστανάς με το καρότσι του που το έχει φορτώσει επιπλέον με γλειφιτζούρια, μαλλί της γριάς κι ένα κρεμαστό τρανζιστοράκι να παίζει κάτι ελαφρύ. Στην επόμενη, καρότσι με κουλούρια. Άνευ μουσικής αυτό, αρκεί η φωνή του νεαρού πωλητή. Τα μυρίζουμε για λίγο, τα προσπερνάμε και πάμε ντουγρού για το άγαλμα του Μακρυγιάννη. Ο Στρατηγός δεσπόζει με χάρη μέσα στο μικρό κήπο που τον περιβάλλει ενώ εμείς φέρνουμε βόλτες.

Συνεχίζουμε στη Διονυσίου Αεροπαγίτου, τρέχοντας πότε δεξιά, προς στην πλευρά του Παρθενώνα και πότε αριστερά, προς την πλευρά του μουσείου. Πάνω στο ανηφορικό αυτό πλακόστρωτο και ανάμεσα στα παλιά Αθηναϊκά αρχοντικά, τριγυρνάμε όπου μας “καλούν” οι μυρωδιές.  Το σίγουρο είναι πως θα σταθούμε μπροστά στους δύο πλανόδιους μουσικούς που παίζουν σαξόφωνο με τη βοήθεια προηχογραφημένων loops και λίγο πιο κάτω στην street dancer που είναι μπλεγμένη μέσα σε κάτι τεράστια πανιά, κρεμασμένα από δύο δέντρα. Το θέαμα είναι εντυπωσιακό καθώς πετάγεται και περιστρέφεται σαν αερικό μεταξύ κλαδιών και ουρανού και με φόντο τα μικρά φωτισμένα μπαλκόνια που έχουν το προνόμιο να κοιτούν τον Παρθενώνα.

Στην ακριβώς απέναντι πλευρά του δρόμου, πίσω από τον φράχτη του Ιερού Βράχου, είναι το σημείο έναρξης ενός μυστικού περίπατου: Από το θέατρο του Διονύσου μέχρι το Ωδείο του Ηρώδου του Αττικού. Εκεί, μέσα στον βράχο, κρύβεται μεταξύ άλλων, το Ασκληπιείο, το θεραπευτήριο της αρχαιότητας. Απ’ έξω μοιάζει με σπηλιά αλλά μέσα, από τον 5ο αιώνα π.Χ, οι Αθηναίοι έβρισκαν την ίαση μέσω υπνοθεραπείας και νερού. Γι’ αυτό και μέσα στο σπήλαιο, υπάρχει μια σειρά από μαρμάρινα κρεβάτια και μια αναβλύζουσα πηγή. Δεν μπορώ να μπω εκεί με τον σκύλο αλλά στέκομαι συχνά και κοιτάζω την είσοδο με δέος.

Συνεχίζουμε προς την εκκλησία της Αγίας Σοφίας, χαιρετώντας άλλους περιπατητές και αφού βεβαιωθούμε πως τα σκυλιά μας δεν θα φαγωθούν, τ’ αφήνουμε για λίγο να παίξουν μπροστά από την εκκλησία.

Η βόλτα μας φτάνει μέχρι την είσοδο του Ωδείου,  είτε πάνω στο πλακόστρωτο είτε μέσα από τους χωμάτινους παραδρόμους. Περνάμε κι άλλους πλανόδιους μουσικούς ή μάγους ή μικροπωλητές ξηρών καρπών. Προσπαθώ να βγάλω ένα βίντεο με το κινητό αλλά η μαγική ατμόσφαιρα με τον Βράχο φωτισμένο από πάνω και το πλακόστρωτο να καθρεφτίζει τις σκιές των δέντρων από κάτω, δεν αποτυπώνεται.

Επιστρέφουμε με πιο γρήγορο βήμα και αναρωτιέμαι αν οι κάτοικοι της Αθήνας που θέλουν διακαώς να δραπετεύσουν σε άλλες Ευρωπαϊκές πόλεις, έχουν κάνει ποτέ αυτή τη βόλτα. Θα μου πεις, αν κι εγώ δεν είχα σκύλο να μ’ αναγκάζει να περπατάω 2-3 φορές τη μέρα, μπορεί να μην είχα εκτιμήσει τη μοναδική ομορφιά της Αθήνας που δεν συγκρίνεται με καμία άλλη. I love my city.

 

Popular
Recent
About Men